Το απείκασμα* του κακού | ΕΝΩΣΙΣ Ιουνίου

στις

xam

«η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί»

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

Μπροστά στην αναπόφευκτη πραγματικότητα της ημικατοχής που πραγματοποιεί προοδευτικά την κατοχή, η βιωμένη αλλά ημικατανοημένη απειλή δεν αποτελεί μια περιστασιακή θεώρηση του κακού ως τέτοιου, αλλά την πλήρη άρνησή του. Όχι μόνο άρνηση του επιφαινόμενου, αλλά και των αιτιών του, μέσα σε ένα συναίσθημα βαθύτατου διαμελισμού που κατακερματίζει την ενότητα της εμπειρίας μας ως θυμάτων πολέμου, βυθίζοντας την αντιληπτική μας ικανότητα μέσα στη σύγχυση, την ασάφεια και την αταξία.

Ο υποβιβασμός της απειλής, όπως τη διαμόρφωσε ο Νιχάτ Ερίμ από το 1956, σε «νεκρή ύλη», πάνω στην οποίαν πρέπει, για κάποιους λόγους, να βασιλεύει ο «ευσεβής πόθος», μοιραία κινείται μέσα στον λαβύρινθο μιας ατέρμονης συλλογιστικής, μίγμα εθνολογικής, δημογραφικής, οικονομικής, πολιτικής και ψυχολογικής τάξεως. Η εμβύθιση στο ανάλογο συνθετικό περιβάλλον ακολουθεί μάλλον νομοτελειακά τον ειδικό ελλειμματικό τρόπο αντίληψης του κακού, μέσα από τον οποίον προκύπτει ασφαλώς μια εντελώς παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας.

Η διαχρονικά αποτυχημένη απόπειρα διάκρισης του πλαισίου που αποτελεί τη σημαία του τουρκικού κράτους για τη διαμόρφωση της πολιτικής του στην Κύπρο και η εμμονή σε μια κατά το μάλλον ή ήττον κενή περιεχομένου στοχοθεσία μοιάζει να υποθάλπεται από την αστοχία μας να εκκολάψουμε πολιτικούς με ιδέες – φορείς μιας ισχυρής αλήθειας που να τις καθιστούν πραγματικές και υλοποιήσιμες. Η μοναδική «ιδέα», αυτή της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, εγγεγραμμένη πάνω στην προοπτική ότι το λιγότερο κακό είναι καλό, δείχνει να μην μπορεί να βαστάξει το βάρος τον προσδοκιών να επανενώσει τον τόπο.

Η πεποίθηση πως το κακό έχει εκλείψει, όσο κι αν φαντάζει παράδοξη, φαίνεται να τρέφεται από την ελπίδα ότι κάποτε ο υπαρκτός μας εχθρός θα στοργίσει. Η διαμόρφωση των αντιλήψεων και των πιστεύω μιας πλειοψηφικής μερίδας της πολιτικής μας ηγεσίας μπροστά στην ελπίδα εξημέρωσης της αγριότητας, εκτός του ότι καθίσταται θανάσιμος εχθρός του καλού, καθυστερεί επ’ άπειρον την όποιαν επίγνωση του κινδύνου, αμβλύνοντας παράλληλα και το αίσθημα της αδικίας.

Το κακό δεν αποτελεί απλώς την άλλην όψη του νομίσματος του καλού, αλλά το κύκνειο άσμα του, και είναι αδύνατον να μετριασθεί μέσω ψυχολογικών αιτιολογήσεων. Ούτε το καλό και το κακό είναι αντίθετα, αφού θα σήμαινε ότι ορίζεται το ένα από το άλλο, εκ της αντιπαλότητάς του με αυτό. Αποτελούν δύο έννοιες τόσο ασυμβίβαστες μεταξύ τους, ώστε αρκεί να διαπιστωθεί η παρουσία της μίας για να αποκλεισθεί αυτόματα η παρουσία της άλλης. Στην περίπτωσή μας και ενώ ομολογουμένως η ρίζα του κακού μπορεί να ψηλαφιστεί στο άμεσο ιστορικό υπέδαφος που εξέθρεψε τον τουρκικό επεκτατισμό, η απόσπαση του υποκειμένου από το γνωστικό μας πεδίο προκαλεί την πλήρη ανατροπή των προοπτικών, με κορύφωμα την ομολογουμένως ενορμητική εξίσωση των δύο πόλων.

Εδώ, η πηγή του κακού δεν είναι η «παρυπόστασις» –η στέρηση του αγαθού– της διδασκαλίας της Ορθοδόξου Παραδόσεως, που συνυφαίνει αξεδιάλυτα με το παραπλανητικό στοιχείο και παρασύρει τον άνθρωπο, ούτε η σαιξπηρική υπόστασή του, με όλη την κοσμολογική του ισχύ και δίπλα του η γήινη θεολογία που το εξανθρωπίζει για να το παραδώσει στον ομόλογο αντίπαλό του, το καλό, αλλά μια ιδιότητα εντελώς διαμορφωμένη και υποταγμένη σε στέρεα ιστορικά γεγονότα.

Η σφοδρότητα και η τραγικότητα της εισβολής, της καταστροφής που ακολούθησε, ο πόνος του ξεριζωμού, οι τύχη των αγνοουμένων δεν είναι «αδύναμα κεφάλαια».   Είναι η εναργής μαρτυρία ύπαρξης του κακού, δεμένη με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων του τόπου μας, που δεν βλέπουν –ευτυχώς– καμία διαφορά ανάμεσα στο νοείν και το πράττειν, όντες ακόμα σε θέση να παραμένουν στέρεοι στις de hominis dignitate αρχές απέναντι στις ψυχές που έχασαν το φως του ήλιου και εξακολουθούν να ερμηνεύουν την πραγματικότητα της κατοχής μέσα από το σχήμα της συνείδησης.

Η αντίληψη του κακού δεν απαιτεί καμία προϋπάρχουσα ουσία. Συνιστά μέσω της καταστροφής που προκάλεσε την πρόσβαση προς τους κατακτητικούς σχεδιασμούς και αποκαλύπτει την οργανική ένταξή του μέσα στη βάρβαρη μονοτροπία της επίσημης τουρκικής πολιτείας, τα εφεδρικά στερεότυπα της οποίας εκφράζονται μέσα από το τουρκοκυπριακό μόρφωμα.

O αναστοχασμός του κακού με τους όρους μιας απόλυτης ηθικής ανάγκης που θα έτεινε προς την αποτροπή της κυριαρχίας του και που ενδεχομένως να αποτελούσε την αφετηρία της δυνητικής συναίνεσης με τους Τ/κ δείχνει να προσκρούει ακριβώς πάνω στα δομικά στοιχεία του μορφώματος αυτού, ως προϊόντος κακού.

Πάνω σε αυτήν την έκφανση του κακού, ο εκάστοτε Τ/κ ηγέτης οικοδομεί την ενεργό συμμετοχή του στην εκτέλεση ενός σχεδίου. Όχι με όρους παράλογου μίσους, εχθροπάθειας ή ιδεολογικής προσέγγισης ούτε καν θρησκευτικής τάξης, αλλά κάτι πολύ πιο αποτρόπαιο: γραφειοκρατικής συνέπειας στην τήρηση του καθήκοντος. Έχοντας καθαρίσει το πεδίο από τις παρεμβάσεις της ηθικής και τις διεκδικήσεις της προσδοκίας των ανθρώπων που τον φέρνουν στην ηγεσία της κοινότητάς του, η μεταμόρφωσή του σε έναν υπάκουο υπάλληλο μιας εξουσίας, της οποίας οι διαταγές ήταν και είναι εγκληματικές, αποτελεί τη ζώσα επιβεβαίωση ότι το κακό μπορεί να διαιωνίζεται από τις πλέον μετριοπαθείς μορφές. Αυτή η όντως «διεστραμμένη» εκδοχή ηθικής προσήλωσης στην τήρηση των οδηγιών δείχνει να λειτουργεί παράλληλα και ως μηχανισμός νομιμοποίησης της ατομικής συμμετοχής στους μηχανισμούς της κατοχής.

Από κει και πέρα, η ανωριμότητα της πλειοψηφίας του ενεστώτος πολιτικού ε/κ κόσμου που ασχολείται περιστασιακά με τη διαμόρφωση της ακολουθούμενης στο Κυπριακό στρατηγικής και τακτικής, εκφρασμένη μέσα από τη μετατόπιση της ηθικής επιταγής προς τον εντοπισμό ή συσκότιση της μιας ή της άλλης υλικής, κοινωνικής, ιστορικής ή άλλης συνθήκης, δημιουργούν ένα περιβάλλον επιτεινόμενης απονοηματοδότησης του κακού.

Με νωπό ακόμα το αποτύπωμα του παρελθόντος, η βαθύτατα τραγική και συνάμα αδιέξοδη πρακτική εκδραμάτισης της υφιστάμενης κατάστασης, με στόχο την παραποίηση της πραγματικότητας, επισκιάζει ενδεχομένως άλλες πιο γόνιμες αναγνώσεις του κυπριακού θέματος, καθώς και πρακτικές δυνατότητες άσκησης πολιτικής, πέραν από την καταναγκαστική διαγραφή της πολιτικής, νομικής και ηθικής υπόστασης των Ε/κ προς όφελος της λύσης.

Η άρρητη αποδοχή μιας μορφής διευθέτησης που απαιτεί την ευθυγράμμιση, συναίνεση, προσαρμογή στις επιτάξεις της κατοχής ως κακουργίας θα σήμαινε παράλληλα και δυσαρμονία με τις πραγματικές δυνατότητες του καλού, τη στιγμή που ακόμα και η ελάχιστη αναγνώριση της εθελοτυφλίας, που θα μπορούσε να μας ανοίξει τα μάτια στα τοπία της αληθινής επίγνωσης, φαίνεται να βρίσκεται ακόμη πιο μακριά από μια ενδεχόμενη επίλυση του κυπριακού προβλήματος.

Αυτή η ξεχασμένη αξιακή θεώρηση δείχνει να ατενίζει σε όλο της το βάθος και τις διαστάσεις το ατέρμονο άθροισμα ενός κακού που δεν μας αξίζει, άλλα που εύκολα μας συν-κατοικεί.

Α.Χ.

Εκ των αντιθέτων η αρμονία

* είδωλο, ομοίωμα

Advertisements

Σχολιαστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s