Η προσβολή της «ελληνικής» νηοπομπής προς την Κύπρο την 21η Ιουλίου 1974 | ΕΝΩΣΙΣ Ιουνίου

στις

Νέα εικόνα

«Μπορούσατε ανά πάσα στιγμή να επιτεθείτε στα πλοία του 6ου Στόλου
και τότε θα άρχιζε η πραγματική τραγωδία [για τους Τούρκους]»

Η νευρικότητα των Τούρκων, πριν καν ξεκινήσει η εισβολή το πρωί της 20ής Ιουλίου 1974, για τις προθέσεις της Ελλάδας ήταν προφανής. Παρά την προδοσία, οι Τούρκοι είχαν πάντα στο μυαλό τους ότι η Αθήνα ίσως αποτολμούσε να στείλει ενισχύσεις στην Κύπρο. Με αυτό το δεδομένο, όταν την 21η Ιουλίου 1974 δημοσιεύθηκε στις ελλαδικές εφημερίδες το «Πολεμικό Ανακοινωθέν-Ανακοινωθέν των ενόπλων δυνάμεων υπ’ αρ. 1», στην Άγκυρα σήμανε συναγερμός. Στο ανακοινωθέν αναφερόταν ότι η εισβολή στην Κύπρο έθετε «εν κινδύνω ζωτικά συμφέροντα» και ως εκ τούτου «διετάχθη γενική επιστράτευσις». Οι ισχυρές πιέσεις των ΗΠΑ στο στρατιωτικό καθεστώς της Αθήνας είχαν ως αποτέλεσμα την αποφυγή ελληνοτουρκικού πολέμου, καθώς και την αποτροπή αποστολής στρατιωτικών ενισχύσεων στην Κύπρο.

Ο τρόμος, όμως, στην Άγκυρα για πιθανές ελληνικές ενισχύσεις και για ήττα του τουρκικού στρατού στην Κύπρο έκανε τον Τούρκο Πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζεβίτ να είναι εξαιρετικά ανήσυχος. Ο βιογράφος του κατέγραφε για εκείνες τις ώρες: «Ήταν πολύ δύσκολο να ορθοποδήσει και πάλι μια Τουρκία ηττημένη από τους Ελληνοκυπρίους και τους Έλληνες. Η ανόρθωσή της στην περίπτωση αυτή θα έπαιρνε πολλά χρόνια. Θα χανόταν το παν». Αυτός ήταν ο τρόπος σκέψης των Τούρκων υψηλά ιστάμενων. Ξεκινούσαν μια στρατιωτική επιχείρηση με ηττοπάθεια. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι τουρκικές δυνάμεις που στάλθηκαν στο νησί την 20ή Ιουλίου, όταν αντιμετώπισαν τις αντιστάσεις της αποδιοργανωμένης Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ το βράδυ της πρώτης μέρας της εισβολής, καθηλώθηκαν και ζητούσαν απεγνωσμένα ενισχύσεις. Το φάσμα της καταστροφής ήταν ορατό, αν δεν ξεκινούσαν βαριοί βομβαρδισμοί από αέρος και θαλάσσης τα χαράματα της επόμενης μέρας και αν δεν έφταναν σημαντικές ενισχύσεις στις 22 Ιουλίου. Ο δημοσιογράφος Μεχμέτ Αλί Μπιράντ έγραψε στο βιβλίο του ότι το βράδυ της 20ής Ιουλίου ήταν «η δυσκολότερη νύχτα». Η σκέψη όλων ήταν στραμμένη στην αντίδραση της Αθήνας.

Οι Τούρκοι πανικοβλήθηκαν όταν την 21η Ιουλίου έφθασε αναφορά από το αναγνωριστικό αεροσκάφος που σάρωνε την περιοχή δυτικά της Κύπρου: «8-11 καράβια προχωρούν με κατεύθυνση την Κύπρο, αναπτύσσοντας ταχύτητα 10 μίλια την ώρα. Μεταξύ τους κρατούν απόσταση 8 μίλια. Φαίνονται συγκεντρωμένα». Ταυτόχρονα, έφθανε από το κλιμάκιο της ΜΙΤ στη Ρόδο πληροφορία ότι είχαν ξεκινήσει για Κύπρο ελληνικά καράβια με φορτηγά και άνδρες. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με ελληνικό μήνυμα που είχε υποκλαπεί και μιλούσε για επικείμενη επιβίβαση ελληνικού στρατού και αποστολή του στο νησί, οδήγησαν τους Τούρκους στο συμπέρασμα ότι η Αθήνα θα έστελλε ενισχύσεις. Και ότι η «ειρηνευτική επιχείρηση» θα μετατρεπόταν σε ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Η υπόθεση της ελληνικής νηοπομπής έλαβε αυτόματα απίθανες διαστάσεις. Οι πάντες στο τουρκικό επιτελείο μιλούσαν γι’ αυτήν. Από αυτήν εξαρτιόταν το μέλλον της τουρκικής εισβολής. Το αναγνωριστικό αεροσκάφος, χωρίς να είναι σε θέση να κατεβεί σε χαμηλότερο ύψος για να διαπιστώσει το φορτίο και τη σημαία των πλοίων, αφού δεν έφερε αμυντικό οπλισμό, συνέχισε να αναφέρει ότι έβλεπε έντεκα πλοία.

Η υπόθεση με τα πλοία και την ενδεχόμενη εμπλοκή της Ελλάδας ανησυχούσε και σε διπλωματικό επίπεδο. Στη συνάντηση του Αμερικανού Υφυπουργού Εξωτερικών Τζόσεφ Σίσκο με τον Τούρκο Πρωθυπουργό, ο δεύτερος, για να κερδίσει χρόνο, πρότεινε, μεταξύ άλλων, την επιστροφή στην Ελλάδα της νηοπομπής. Στο μεταξύ, το αναγνωριστικό αεροσκάφος διαπίστωσε ότι η νηοπομπή δεν ήταν στρατιωτική αλλά εμπορική, ότι αποτελείτο από διάσπαρτα πλοία που διέπλεαν την περιοχή και είχαν συγκροτήσει νηοπομπή για την ασφάλειά τους. Οι παρατηρήσεις όμως άλλαξαν και πάλι και έκαναν λόγο για «πολεμικά που μοιάζουν με τα δικά μας». Η Άγκυρα έβγαλε το συμπέρασμα ότι ελληνικά εμπορικά είχαν φορτωθεί με πολεμικό υλικό και κατευθύνονταν στην Κύπρο, συνοδεία ελληνικών πολεμικών. Ταχύτατα, δόθηκε εντολή στον πλοίαρχο Ιρφάν Τινάζ, τα τουρκικά πολεμικά σκάφη Αντάτεπε, Κοτσάτεπε και Φεβζί Τσακμάκ να σταματήσουν τους βομβαρδισμούς από τα ανοικτά της Κερύνειας και να κατευθυνθούν στο σημείο όπου βρισκόταν η ελληνική νηοπομπή. Η διαταγή που έλαβε ο Τούρκος πλοίαρχος ήταν να βύθιζε όποιο ελληνικό πλοίο βρισκόταν στην απαγορευμένη ζώνη.

Ο Αμερικανός απεσταλμένος, Σίσκο, παρ’ ότι δεν ήταν ιδιαίτερα ενοχλημένος από την τουρκική απόβαση στο νησί, πάσχιζε με κάθε τρόπο να αποτρέψει ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η νηοπομπή ήταν ύψιστο πρόβλημα. Απεγνωσμένα προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον Ιωαννίδη ή τον αρχηγό του Ναυτικού, τον Αραπάκη. Όταν τελικά πήρε μήνυμα από τους στρατιωτικούς στην Αθήνα, αυτό έγραφε: «Δεν υπάρχει ελληνικό πλοίο που πλέει προς την Κύπρο. Αν βρουν κανένα οι Τούρκοι μπορούν να το καταβυθίσουν». Η προδοσία στο απόγειό της. Στο μεταξύ, ο Ετζεβίτ αναζητούσε τηλεφωνικώς τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσιγκερ για το θέμα της νηοπομπής. Η γυναίκα του δεύτερου, εκνευρισμένη από το πρωινό ξύπνημα, μετέφερε απότομα τα κυνικά λόγια του συζύγου της: «Αντί να με ξυπνήσουν, ας τα καταβυθίσουν όλα».

Οι Τούρκοι θεώρησαν ότι η ελληνική απάντηση ήταν μπλόφα της Αθήνας και, έχοντας πάρει την έγκριση της «εν ύπνοις» Αμερικής, περίμεναν τα ελληνικά καράβια να φθάσουν στην Πάφο στις 3 μ.μ. Συσκέψεις επί συσκέψεων στην Άγκυρα. Τα τρία τουρκικά πολεμικά που στάλθηκαν στην περιοχή δεν θεωρούνταν ικανά να σταματήσουν τη νηοπομπή. Αποφασίστηκε, λοιπόν, συνδυασμένη επίθεση με την αεροπορία, παρά τους φόβους ότι αεροπορική επίθεση εναντίον των ελληνικών σκαφών μπορούσε να προκαλέσει ελληνική αεροπορική αντεπίθεση. Στις 12:18 μ.μ., το Στρατηγείο στα Άδανα έπαιρνε τη διαταγή του αρχηγού της Αεροπορίας Εμίν Αλπακαγιά για απογείωση του 141 σμήνους από το Μουρτέντ και του 111 σμήνους από το Εσκίσεχιρ. Τα σμήνη απογειώθηκαν στις 14:15.

Στο μεταξύ, τα τρία τουρκικά πολεμικά σκάφη είχαν φθάσει στην προκαθορισμένη περιοχή μεταξύ του Ακρωτηρίου Δρέπανον και της Πάφου, αλλά δεν έβλεπαν οποιανδήποτε νηοπομπή. Το αναγνωριστικό αεροσκάφος έστειλε νέο σήμα. Η νηοπομπή τελικά αποτελείτο από μόνο δύο εμπορικά, χωρίς πολεμικά εφόδια. Η τελευταία αναφορά του αναγνωριστικού δεν φαίνεται να έφθασε ποτέ στον προορισμό της. Στις 15:05, τα δύο πολεμικά σμήνη εντόπισαν τρία πολεμικά σκάφη. Τα παρατήρησαν και είδαν ότι έφεραν τούρκικες σημαίες. Οι «έξυπνοι» Έλληνες είχαν σηκώσει τουρκικές σημαίες στα σκάφη, για να παραπλανήσουν τους πιλότους των μαχητικών. Οι Τούρκοι πιλότοι, όμως, δεν ξεγελιούνταν. Ξεκίνησαν τις βυθίσεις και τις εκτοξεύσεις πυραύλων κατά των πολεμικών σκαφών. Μία από αυτές χτύπησε το ένα πολεμικό. Ακούστηκαν από τον ασύρματο τουρκικές κραυγές να καλούν τα αεροσκάφη να σταματήσουν τον βομβαρδισμό. Οι «έξυπνοι» Έλληνες, θεώρησαν οι πιλότοι, ήξεραν τις συχνότητες των μαχητικών και, μιλώντας άπταιστα τουρκικά, προσπαθούσαν να παραπλανήσουν τα μαχητικά για να σταματήσουν τους βομβαρδισμούς. Οι Τούρκοι πιλότοι, όμως, δεν ξεγελιούνταν. Τα σκάφη άρχισαν να ανταποδίδουν τα πυρά. Νέες βυθίσεις των μαχητικών και νέες προσβολές στο ήδη βληθέν σκάφος, ενώ τα άλλα δύο είχαν λάβει κλειστό σχηματισμό και, συνεχίζοντας να βάλλουν, κινούνταν νότια. Το σκάφος που είχε δεχθεί τα πλήγματα, μπροστά στο ενδεχόμενο να εκραγούν καύσιμα και πυρομαχικά, εγκαταλείπεται. Οι επιζώντες επιβιβάζονται σε σωσίβιες λέμβους, αλλά δέχονται ξανά αεροπορικές επιθέσεις. Οι απώλειες αυξάνονταν.

Το μήνυμα που έφθανε στην Άγκυρα ήταν ότι η ελληνική νηοπομπή είχε βληθεί. Η Τουρκία ανάσανε. Ο κίνδυνος εξέλιπε. Εκδόθηκε μάλιστα και ανακοίνωση από το τουρκικό γενικό επιτελείο το οποίο πανηγύριζε για τα βαριά πλήγματα που η πολεμική αεροπορία είχε καταφέρει στη «μεγάλη ελληνική αποβατική νηοπομπή».

Αποτέλεσμα της επίθεσης στην «ελληνική» νηοπομπή ήταν 54 νεκροί Τούρκοι (3 αξιωματικοί, 14 υπαξιωματικοί και 37 ναύτες) και η καταστροφή του αντιτορπιλικού Κοτσάτεπε. Επιπλέον, όπως σημείωνε ο Διοικητής των βρετανικών στρατευμάτων της Εγγύς Ανατολής στην έκθεσή του στο βρετανικό Υπουργείο Πολέμου, οι Τούρκοι είχαν ακόμα μια απώλεια. Όταν ένας πιλότος, επιστρέφοντας από τις επιθέσεις κατά της «ελληνικής» νηοπομπής, κατάλαβε τι είχε κάνει, αυτοκτόνησε, ρίχνοντας το μαχητικό του σε μια πλαγιά.

Η καταστροφή θα ήταν μεγαλύτερη για τους Τούρκους, αν τα πολεμικά αεροσκάφη τους δεν διενεργούσαν την επίθεση κατά του Κοτσάτεπε. Λίγα μίλια δυτικότερα των τριών πολεμικών σκαφών βρίσκονταν τα πολεμικά του 6ου αμερικανικού στόλου. Άγγλος πιλότος, ο οποίος υπέβαλε έκθεση για το γεγονός στο βρετανικό Υπουργείο Πολέμου, σημείωνε: «Μπορούσατε ανά πάσα στιγμή να επιτεθείτε στα πλοία του 6ου Στόλου και τότε θα άρχιζε η πραγματική τραγωδία [για τους Τούρκους]».

Χ.Α.Α.

Ιστορίας το ανάγνωσμα

Advertisements

Σχολιαστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s