Πλάτων ο αβρός | ΕΝΩΣΙΣ Σεπτεμβρίου

στις

platon

ἀλλὰ τὸ ἐναντίον οὐδὲ τὸ παράπαν δέη πάντα
ἀποδοῦναι οἷον ἐστί ὅ εἰκάζει, εἰ µέλλει εἰκὼν εἶναι.

Πλάτωνος «Κρατύλος»

Από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, μεταφέρονται έργα τέχνης από την Αθήνα και άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας στη Νέα Ρώμη, για να κοσμήσουν πλατείες και άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, φέρνοντας την πλατιά μάζα σε επαφή με την αρχαία τέχνη. Η εξοικείωση της ρωμαϊκής κοινωνίας με την καλλιτεχνική έκφραση του ελληνικού πνεύματος θα συνεχίσει αλλά και θα επαναπροσδιορίσει την κλασική αντίληψη της τέχνης ως «μίμηση», μέσα σε μια καθαρή πλέον υπερβατικότητα. Μια τέχνη που κατά τον Αριστοτέλη μιμείται τη φύση σε τέτοιον βαθμό, ώστε «αν τα φυσικά πράγματα δεν είχαν παραχθεί μονάχα από τη φύση, αλλά και από την τέχνη, τότε θα παράγονταν από την τέχνη με τον ίδιο τρόπο που παράγονται από τη φύση (Φυσικά, 199α)».

Η προσήλωση στην αρχαιότητα θα επαναφέρει στο προσκήνιο την ιδέα του κάλλους, προσαρμοσμένη στα νέα αισθητικά κριτήρια. Αυτό που ο Πλωτίνος θεωρεί ως «την παρουσία του ασώματου φωτός, που δεσπόζει πάνω στη σκοτεινή ύλη» δεν αποτελεί παρά μια ελαφριά μετατόπιση από την αρχαία θεώρηση του σύμπαντος που αντιδιαστέλλει την τάξη με την αταξία. Εκφράζοντας την αδιάρρηκτη ενότητα του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, η διαλεκτική σχέση που θα αναπτυχθεί με την αρχαία παράδοση θα γεφυρώσει τη μίμηση με τη θρησκευτικότητα, καθορίζοντας το πεδίο και τη μορφή της εκκλησιαστικής τέχνης, μέσα στα όρια της «κοσμιότητας, του μέτρου και του πνευματικού κάλλους».

Στο όνομα αυτής της θεοφανικής τάξης και μπροστά στην ψηφιδωτή παράσταση της βρεφοκρατούσας Θεοτόκου στην αψίδα του ναού της Αγίας Σοφίας, το 867, ο Iερός Φώτιος θα επισημάνει ότι «…η ζωγράφος τέχνη ούτως ακριβώς εις φύσιν την μίμησιν έστησε». Η καινούργια τέχνη που συνυπάρχει με τα έργα της αρχαιότητας και που «στοχεύει στην αιωνιότητα» έμελλε να συνταυτιστεί με την ορθόδοξη πίστη, μέσα από την ένωση του ανθρώπινου και του θεϊκού στοιχείου. Κι αυτό γιατί η πνευματική εμπειρία, όπως τη ζούσαν κυρίως οι Μεγάλοι Πατέρες, επέτρεπε μία αντίληψη περί τέχνης όπου, χωρίς να χάνει την ισχύ του το θεολογικό αίτημα για αλήθεια, η αποτύπωση της πραγματικότητας παρέμενε η κινητήρια δύναμη μιας αναπαράστασης του πνευματικού και άφθαρτου χαρακτήρα των Αγίων, που υποτάσσονται σε έναν ρυθμό προκειμένου να εκφράσουν την υπερβατικότητα.

Η αντίληψη αυτή, που ανιχνεύεται και ως μέρος του προβληματισμού του Πλάτωνα πάνω στην τέχνη της ζωγραφικής και διατυπώνεται στο έργο του «Κρατύλος», είναι μίμηση των σχημάτων και των χρωμάτων που έχουν τα πράγματα (423 d). Στη σκέψη του Πλάτωνα η μίμηση έχει φθάσει να είναι σύμβολο πλατύ και όχι δουλική απομίμηση. Σωστή μίμηση δεν σημαίνει καθόλου καινούργια δημιουργία του ίδιου του αντικειμένου. Η μίμηση περιορίζεται σε εξωτερικά ολωσδιόλου σημεία, όπως είναι το σχήμα και το χρώμα (432 b και 421 l): «µὴ µόνον τὸ σὸν χρῶµα καὶ σχῆµα ἀπεικάσσεν ὥσπερ οἱ ζωγράφοι», «οὓ καὶ οὐσία δοκεῖ σοι εἶναι ἑκάστῳ, ὥσπερ καὶ χρῶµα καὶ ἅ νυν δή ἐλέγοµεν;» Μία εικόνα, λοιπόν, δεν χρειάζεται να είναι ακριβές αντίγραφο του πράγματος, αλλά να παρουσιάζει το ουσιώδες χαρακτηριστικό του. Η απομίμηση, λοιπόν, όσo πιο πιστή είναι, σε όσο μεγαλύτερη σχέση ταυτότητας με τον εαυτό της βρίσκεται, τόσο μακραίνει από εκείνο που ο Πλάτων ονομάζει και θεωρεί εδώ «μίμησις (432 b)»: «ἀλλὰ τὸ ἐναντίον οὐδὲ τὸ παράπαν δέη πάντα ἀποδοῦναι οἷον ἐστί ὅ εἰκάζει, εἰ µέλλει εἰκὼν εἶναι».

Η εικόνα, από τη φύση της, είναι αναγκασμένη να σταθεί έξω από την ουσία του αντικειμένου. Αυτή ακριβώς η οπτική θα ερμηνεύει την εικόνα της Ορθοδοξίας, που δεν στοχεύει σε μια ρεαλιστική αναπαράσταση ενός προσώπου, αλλά έχει πρωτίστως πνευματική σημειολογία, αφού μέσω αυτής μπορεί να επιτευχθεί μια σχέση ζωής με τον Θεό και τους Αγίους Του. Η εικόνα δημιουργεί μια αίσθηση ζωντανής παρουσίας και φέρνει τον πιστό σε προσωπική σχέση και επαφή με την υπόσταση του εικονιζόμενου.

Η αγιογραφία δεν θεωρείται ως ένα απλό έργο τέχνης ή ένας θρησκευτικός πίνακας ούτε ένα πολιτισμικό φαινόμενο ή έκφραση μιας καλλιεργημένης ψυχής. Ούτε βέβαια είναι απλώς ένας συνοδευτικός διάκοσμος, αλλά αποκαλύπτει τα πρωταρχικά στοιχεία ενός κόσμου που προέκυψε μέσα από ένα εξελληνισμένο περιβάλλον και μια χριστιανική θεολογία, που θα γίνει το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην αγιότητα.

Μέσα σ’ αυτήν την προοδευτική θεολογική αποκάλυψη, οι αγιογράφοι αποδεικνύονται οι ουσιαστικοί συνεχιστές της αρχαίας ελληνικής παράδοσης· όχι τόσο σε επίπεδο μορφών και αντιγραφής τύπων, αλλά σε επίπεδο βασικών αρχών και πνεύματος.

Ακόμα και όταν το ρωμαϊκό κράτος, εξασθενημένο από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της γερμανικής Δύσης, θα βυθιστεί κάτω από την τουρκική πλημμυρίδα ή ακόμα και όταν η ίδια η αγιογραφία θα αλλοιωθεί από την αυξημένη δυτικοποίηση και τη λαϊκή χειροτεχνία των αιώνων που μεσολάβησαν μέχρι τις μέρες μας, τα σύμβολα, οι έννοιες και η πνευματική πνοή θα αντανακλούν εσαεί μέσα στην ένταση του βλέμματος των Αγίων τον αδιαμφισβήτητο απολογητή των θρησκευτικών εικόνων.

Α.Χ.

Εκ των αντιθέτων η αρμονία

Advertisements

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

Σχολιαστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s