Δυο σύντομες βιογραφίες | ΕΝΩΣΙΣ Δεκεμβρίου

στις

cavafy_1948

Σύντομος βιογραφία του ποιητού Κωνσταντίνου Καβάφη
(και του καθενός μας άλλωστε)

…δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ, «Η πόλις»

νταλγκαδιασμένος και βαρύς
γυρνάει τα στενορρύμια
της πολιτείας της άχαρης
που τρώει τα σωθικά του

σ’ αυτήν εδώ γεννήθηκε
σ’ αυτή θε ν’ αποθάνη
εδώ πίκρες τον πότισαν                         κρουνηδόν

εδώ τον βασάνισαν
μόνος του πίστεψε – φορές –                    σπανίως
πως τη χαράν ευρήκε

κάποτε θέλησε κι’ αυτός
κάπου μακρυά να φύγη
μα εκατέβη στο γιαλό
και δεν είχε καράβι

Νίκος Εγγονόπουλος,
«Στην κοιλάδα με τους ροδώνες», Ίκαρος

caee61d81cc3d4743cfaa0cd1b242928

Περιπλανώμενος Δυστυχισμένος…
Σύντομος βιογραφία του ενωτικού Βάσου Φτωχόπουλλου
(και του κάθε ενωτικού άλλωστε)

Στον Βάσο Φτωχόπουλλο που κατάλαβε από νωρίς τη σημασία του Εθνικού μας Ύμνου

Το βιβλίο Περιπλανώμενος Δυστυχισμένος δεν γράφτηκε, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, για να πει τον πόνο του ή για να βγάλει τα σώψυχά του, αλλά για ένα μεγάλο ευχαριστώ, αντίδωρο σε όλους εκείνους τους συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές του τόπου που τον έσωσαν και μας σώζουν εδώ και πάνω από μισό αιώνα. Ήδη από το προλογικό του σημείωμα ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει τα πράγματα στον αναγνώστη· αφ’ ενός ότι δεν εγείρει καμία λογοτεχνική ή άλλη συγγραφική αξίωση και αφ’ ετέρου ότι δεν μιλά για τον «καημό του ενός», αλλά για όλους τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους που συνάντησε στη ζωή του. Γνωρίζοντας ότι ο Φτωχόπουλλος δεν επιχειρεί μια αυτοβιογραφία αλλά μια αφήγηση των συναντήσεών του, άλλοτε καλών και άλλοτε κακών, με ανθρώπους, αυτό που μπορεί να ειπωθεί κατ’ αρχήν για αυτές είναι ότι τις διέπει ο ίδιος νόμος, η μουσική που απαρχεί από αυτές και τις ρυθμίζει. Ρυθμιστής των σχέσεων του Φτωχόπουλλου με τον κόσμο και τα πράγματα, η μουσική αποκτά έναν άλλον ρόλο, κρατώντας τον κραδασμό ανάμεσα στους ήχους και τα νοήματα των αφηγήσεών του. Τι άλλο όμως θα μπορούσε να ειπωθεί για τον ιδιότυπο βιογραφούμενο αυτών των ιστοριών που περιπλανήθηκε ως πρόσφυγας από τη Γιαλούσα στο Μάργκεϊτ, έπειτα στο Λονδίνο και τη Θεσσαλονίκη, για να εγκατασταθεί πάλι ως πρόσφυγας στη Λευκωσία; Υπάρχει άραγε κάτι που να διαφοροποιεί αυτό το βιβλίο των προσωπικών αφηγήσεων πέραν της τραγικότητας του βιώματος ενός πρόσφυγα και τον νόστο του προγονικού τόπου; Σίγουρα ο ξεριζωμός σημάδεψε, νοηματοδότησε τον κόσμο και εξακολουθεί να ορίζει τις σχέσεις του Φτωχόπουλλου με τους ανθρώπους και τα πράγματα, μιας και μένει ξενιτεμένος στον ίδιο του τον τόπο, όπως τόσοι άλλοι Κυπραίοι, αλλά είναι μόνον αυτό; Αναμφισβήτητα όχι. Ο Φτωχόπουλλος ενώ φαίνεται να είναι αγκυροβολημένος στο παρελθόν και τις αναμνήσεις του, παραμένει άνθρωπος του ενεστώτος χρόνου. Και τούτο γιατί η Σμύρνη που έστεκε πλάι στον παππού του σαν Θεός εξακολουθεί να συντρέχει και τον ίδιο, ενώ τα νερά στο Μάργκεϊτ εξακολουθούν να μην έχουν το ίδιο βαθυγάλαζο χρώμα της θάλασσας της Γιαλούσας. Διαβάζοντας το βιβλίο του Φτωχόπουλλου, θα αναρωτηθείς για πάρα πολλά. Ποιο το νόημα να μακαρίζεις μετά από 55 χρόνια μια πουτάνα και για ποιον λόγο να επιμένεις ότι σίγουρα πήγε στον Παράδεισο; Υπάρχει καμιά εσώτερη ανάγκη που σε κάνει να ελληνοποιείς τους Εγγλέζους φίλους σου ή τα αγαπημένα σου ξένα συγκροτήματα και τους μουσικούς τους ή είναι μια ακόμα ελληνοκεντρική ιδιορρυθμία; Γιατί όταν βλέπεις μια ταινία πιότερο να έχεις καθαρίσει το μυαλό σου τρώγοντας έναν μπακλαβά, έναν φρέσκο μπακλαβά ή ακούγοντας τη «Μαντουμπάλα»; Πώς γίνεται να αγαπήσεις την Ελλάδα δίχως να έχεις δει τους τόπους και τους ανθρώπους της, παρά μόνο μέσα από τις ταινίες του Κακογιάννη; Είναι δυνατόν να καταλάβεις τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου από το πώς στεκόταν στην ουρά του ταχυδρομείου του χωρίου σου για να παραλάβει το γράμμα κάποιου συγγενούς; Είναι λογικό να μας μισούν οι Εγγλέζοι επειδή αρνηθήκαμε να μάθουμε το αγαπημένο τους παιχνίδι, το κρίκετ; Υπάρχει καμία ουσιοκρατική διαφορά ανάμεσα στους Κυπραίους της Κύπρου και τους Κυπραίους της Αγγλίας; Γιατί διαβάζοντας κανείς για τους Μαύρους Πάνθηρες αισθάνεται ότι έρχεται κοντά στις ιστορίες των αγωνιστών της ΕΟΚΑ; Έχει καμία σχέση η μαύρη μουσική με το ρεμπέτικο ή η Νίνα Σιμόν με τη Μαρίκα Νίνου και ο Ντύλαν με τον Τσιτσάνη; Είναι όντως βλασφημία και ασέβεια να τραγουδάς την «Άπονη ζωή» μέσα στην εκκλησία των Αγίων Πάντων πίνοντας τη λειτουργιά ή σε εξιλεώνει που έχεις να ανάψεις με ευλάβεια δύο κεριά στη χάρη τους; Γιατί οι Κυπραίες του ’60 και του ’70 ήταν πιο όμορφες και με μεγαλύτερο ηθικό ανάστημα από τις σύγχρονες; Σε αυτά και άλλα τόσα παράδοξα καλείσαι να απαντήσεις σαν διαβάζεις το βιβλίο του Φτωχόπουλλου. Αν είσαι ενωτικός, έχεις ήδη απαντήσει…

Έφη Δούση

Εξ αφορμής

Advertisements

Σχολιαστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s