Θάτσερ και δήθεν συνδικαλιστές: Όμοιος ομοίω αεί πελάζει | Ιανουάριος 2016

στις

Σε αυτήν τη στήλη, αφού ζητήθηκε να εμφανιστεί ανανεωμένη, θα γίνει προσπάθεια να αντλούμε διάφορες «κουβέντες» που λέγονται, ακούγονται, παρακούγονται και σχολιάζονται στην πολιτική σκηνή του τόπου, πολλές φορές χωρίς να συνειδητοποιείται το υπόβαθρό τους. Εδώ, λοιπόν, θα ψάχνουμε πίσω από τις λέξεις, αναζητώντας τις κατανοήσεις αλλά και τις παρανοήσεις, τις νοηματοδοτήσεις της κοινωνίας, αλλά και το πώς εμφανίζουν τον εαυτό τους οι «λαλίσαντες» και οι «μεταλαλίσαντες». Έτσι θα καταστεί δυνατόν να εντοπιστούν διάφορες παθογένειες της κυπριακής κοινωνίας. Θα γίνεται μία κριτική, λοιπόν, στις διάφορες «κουβέντες του καφενέ» που πετάνε οι διάφοροι ενασχολήσαντες με την πολιτική. Ειδικοί και μη. Ξεκινούμε…

Thatcher

Είναι δυνατόν, θα έλεγε κάποιος ο οποίος μπορεί να κατανοήσει ότι δεν είναι όλα μαύρα και άσπρα, να εύχεται κανείς να είχαμε τη Θάτσερ – ή, τουλάχιστον, τις πολιτικές της που οδήγησαν τόσο κόσμο στην εξαθλίωση; Που δεν αντιτίθετο μόνο σε φιλολαϊκές πολιτικές, αλλά και στους αγώνες εθνών για αυτοδιάθεση και δημοκρατία; Που συνέχιζε την αποικιοκρατική πολιτική της Αγγλίας, θύμα της οποίας υπήρξε και η Κύπρος λίγα χρόνια πριν; Που οδήγησε σε τεράστιες διαδηλώσεις εναντίον της, που απέκοψε ζωτικής σημασίας δημόσια βοηθήματα, βλέποντας την πολιτική ως μία απλή στατιστική επιστήμη, αποσυνδέοντάς την από την κοινωνία και τα προβλήματά της;

Κι όμως. Είναι δυνατόν. Δεν ζητούμε από όλους να έχουν συνείδηση της τάξης τους και να αναγνωρίζουν την ιεραρχική δομή της κοινωνίας. Θα ζητούσαμε, όμως, να έχουν τουλάχιστον μία νοοτροπία που θα σέβεται τον κάθε άνθρωπο σε κάθε πτυχή της ζωής του. Να αναγνωρίζουν το δικαίωμα σε μία αξιοπρεπή ζωή. Να είναι κι αυτοί με τη σειρά τους ανώτεροι άνθρωποι. Όμως από άτομα τα οποία δεν έχουν καμία σχέση ούτε με τη νοοτροπία της ευπρεπούς και φιλότιμης εργατικότητας ή τουλάχιστον της ηθικής εργασίας, από ανθρώπους οι οποίοι μεγάλωσαν μέσα στην ξευτίλα της αναξιοκρατίας και του ρουσφετιού, που σπούδαζαν και ετοίμαζαν το μέλλον τους χωρίς να αμφισβητούν τον εαυτό τους, χωρίς να προσπαθούν να γίνουν καλύτεροι, γιατί ποτέ δεν βίωσαν το άγχος της αβεβαιότητας, τι περιμένεις; Προφανώς τίποτε, αφού όλα γι’ αυτούς ήταν προδιαγεγραμμένα από πριν. Μεγαλώνω σε μία επίπλαστη ευμάρεια, αποδεσμευμένος από κάθε συνειδησιακή και πνευματική εξάρτηση από τον τόπο, σπουδάζω και συνδικαλίζομαι στην παράταξη που με ανέθρεψε, απομνημονεύοντας και όχι μαθαίνοντας, και καταλήγω σε μία δουλειά που μου δίνει το δικαίωμα να μιλώ εκ του ασφαλούς και να αφορίζω τον συνάνθρωπό μου. Και, το χειρότερο, να πολεμώ δήθεν τον παλαιοκομματισμό.

Αυτό, όμως, δεν προέκυψε από το πουθενά. Η αναφορά στη Θάτσερ και το μεγαλείο της, δηλαδή. Το «Τζαι μετά έφταιεν η Θάτσερ» ή το «ααα ρε, Θάτσερ που τους χρειάζεται» μπορεί να ειπώθηκε με μία καφενεΐστικη λογική, αλλά, όπως ειπώθηκε παραπάνω, σημαίνει πολλά. Ειδικά όταν στη συζήτηση που ακολούθησε υμνήθηκε η «Maggie», η «κόρη του μπακάλη». Κλασικό ιδίωμα των απαίδευτων να γενικεύουν, ακόμη και να μυθοποιούν ένα παράδειγμα κοιτώντας το δέντρο κι όχι το δάσος. Ο εξωραϊσμός τέτοιων μεμονωμένων περιστατικών κοινωνικής ανέλιξης είναι από τους λίγους τρόπους του συστήματος να νομιμοποιεί και να διαιωνίζει την κυριαρχία του. Όπως προείπα, αυτό ήρθε ως απάντηση στη λογική των «συνδικαλιστών» που έχουν παρεξηγήσει την ταξική συνείδηση και τα δίκαια των εργαζομένων με τη «δημοσιοϋπαλληλική» λογική της λούφας. Αμφιβάλλουμε φυσικά αν έχουν διαβάσει έστω και δέκα σειρές από το έργο του Μαρξ. Έτσι διαλύουν οποιοδήποτε σοβαρό κοινωνικό αίτημα.

Όπως γίνεται κατανοητό, η πηγή του προβλήματος είναι η ίδια και αυτή εντοπίζεται στη δομή της κυπριακής κοινωνίας που δεν είναι άλλη από τη δυσκολία των Κυπρίων –όπως και των Ελλαδιτών επίσης– να προσαρμοστούν στους θεσμούς αυτού του πολιτειακού μοντέλου, λόγω της απότομης μετάβασης από τις κατοχές και τις χούντες σε ένα επίσης ξένο, δυτικό πρότυπο πολιτικής οργάνωσης. Έτσι, πολλές πρακτικές των Ελλήνων που είχαν άλλοτε πολύ διαφορετική λειτουργία και σημασία, βοηθώντας στην κοινωνική συνοχή με δομές αλληλεγγύης π.χ., φτάνουν τώρα να οδηγούν στο ρουσφέτι και στην αντιπαλότητα με το κράτος-κλέφτη. Επιτέλους, ας μιλήσει κάποιος πιο σοβαρά, πέρα από τα κλασικά και χιλιοειπωμένα του τύπου «ο Έλληνας ο καλομαθημένος» και «ο απότομος νεοπλουτισμός» που λένε κάτι παιδάκια τύπου «ΦΑΚ» κτλ. Τα ξέρουμε. Και λοιπόν;

Γιώργος Τάττης

Κουβέντες του καφενέ (της Περιστερώνας)

Advertisements

Σχολιαστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s