Οι παιδικοί μας ήρωες | Αύγουστος 2016

στις

newego_large_t_1101_54636180

Τερμάτισε, άρπαξε τη γαλανόλευκη, τη φίλησε, γονάτισε πάνω της, χωρίς να έχει ακόμη συνειδητοποιήσει τι είχε καταφέρει. Έβγαλε και τα παπούτσια της και έτρεξε ξυπόλητη μέσα στο κατάμεστο γήπεδο, ανεμίζοντας την ελληνική σημαία. Ακόμη δεν είχε αντιληφθεί ακριβώς τι είχε πετύχει εκείνα τα πενήντα δύο δευτερόλεπτα και ογδόντα δύο δεύτερα του δευτερολέπτου. Η Φανή Χαλκιά, μετά την κούρσα των τετρακοσίων μέτρων μετ’ εμποδίων, συγκλόνισε όλη την Αθήνα τον Αύγουστο του 2004. Παρακολουθώντας, τότε δεκατεσσάρων χρόνων, από το ΡΙΚ την κούρσα, βλέποντας τη Φανή, απλώς κατέβηκα γρήγορα από το σπίτι και ξεκίνησα να τρέχω από τον ενθουσιασμό μου. Ακόμα δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς με έκανε να τρέξω χωρίς σταματημό από τους Αγίους Ομολογητές προς το σπίτι της γιαγιάς μου στην Παλλουριώτισσα, για να προλάβω εκεί την απονομή του χρυσού μεταλλίου και τη γλυκιά μελωδία του Μάντζαρου και να το μοιραστώ με τον μακαρίτη τον παππού μου. Πραγματικά και σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά, που έχει διαφανεί τι έχει αφήσει πίσω της η διοργάνωση των αγώνων της Αθήνας, μετά από τόσα περιστατικά χρήσης αναβολικών, ανακάλυψης της ύπαρξης κυκλωμάτων που ουδεμία σχέση έχουν με το ολυμπιακό ιδεώδες, ακόμη όταν θυμάμαι εκείνην την κούρσα των τετρακοσίων μέτρων, ανατριχιάζω με τη χαρά που μας έδωσε η Φανή στα είκοσι πέντε της χρόνια.

Στην τελική, όμως, γιατί τόση χαρά; «Εθνική υπερηφάνεια»; Βλέποντας την κατάσταση σε Ελλάδα και Κύπρο, είναι λογικό να ασχολούμαστε με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και να λαμβάνουμε υπ’ όψιν τις όποιες επιτυχίες των αθλητών μας; Αφού όλα αυτά είναι άρτος και θεάματα, όπως και το ποδόσφαιρο που είναι το νέο «όπιο του λαού», και δίνουν την ευκαιρία στους ισχυρούς να παραπλανούν τους λαούς με ανούσια ζητήματα, ώστε να επιτύχουν εδραίωση της κυριαρχίας τους. Σε σχόλια στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης κτλ. κατακρίνονται οι όποιοι πανηγυρισμοί μετά τα χρυσά των Κορακάκη, Πετρούνια και Στεφανίδου. Τι αθάνατες ελληνικές ψυχές, εθνικές υπερηφάνειες και πράσινα άλογα; Όντως, μπορεί να είναι εύλογα τα ερωτήματα και τοποθετήσεις σαν αυτές.

Ωστόσο, σε έναν τόπο του οποίου ο λαός νιώθει αδικημένος και προδομένος καθημερινά από τους ταγούς που τον διοικούν, από τη νοοτροπία που επικρατεί στην καθημερινότητά του, οι επιτυχίες αθλητών του είναι ένα αποκούμπι. Από τον Τσικλητήρα και τον Λούη, τον Γκάλη, την Πατουλίδου και τη Χαλκιά μέχρι την Κορακάκη και τον Πετρούνια, την Εθνική του 2004, τούτου του λαού λίγες φορές του δόθηκε η ευκαιρία στην ελπίδα ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα και να πετύχει αξιοπρεπώς. Κάθε φορά που βλέπει έναν άνθρωπο που μετέχει στην ίδια πολιτισμική οντότητα μαζί του να φτάνει στο ολυμπιακό βάθρο, έναν αδελφό του που μοιράζεται τα ίδια πάθη και απογοητεύεται κάθε μέρα από τους ίδιους ανθρώπους, που γιορτάζει και λυπάται με τον ίδιο τρόπο, με Βαμβακάρη ή με Τσιτσάνη, μπορεί να ελπίζει. Πέραν της χαράς που σκορπίζεται με την ανάκρουση του εθνικού μας ύμνου, σκορπίζονται και κατανικούνται και οι θεωρίες που δημιουργούν τη ματαιοδοξία του λαού μας όσον αφορά το πόσο αδύναμοι είμαστε ως λαός και τον σχεδόν ακατανίκητο «συσχετισμό δυνάμεων», αφού ένα δικό μας παιδί, από τούτους τους τόπους, κατάφερε και νίκησε Αμερικές, Αγγλίες, Ρωσίες Κίνες, δηλαδή τους υπόλοιπους αθλητές όλων των ισχυρών του πλανήτη που απασχολούν τον καθημερινό μας διάλογο. Στην πορεία μέχρι το βάθρο εμπεριέχονται όλες οι θυσίες και υπερπροσπάθειες που έγιναν για να φτάσουν μέχρι εκεί και γι’ αυτό, ανεβαίνοντας στα βάθρα των μεταλλίων, μοιάζει σαν να τραβάνε μαζί τους τον καθένα μας, δείχνοντάς μας τον κόπο και την επιμονή που χρειάζεται για να υπερβούμε τη ματαιοδοξία και την παρακμή μας.

Ακόμη προσπαθώ να αντιληφθώ πόση δυναμική έδωσε εκείνο το απόγευμα η Φανή Χαλκιά και τι φωτεινά παραδείγματα αποτελούν οι ολυμπιονίκες μας σήμερα και πόσο τους χρειάζεται ο λαός, σε μια σχέση αυτοτροφοδοτούμενη, όπου χωρίς τον λαό δεν θα είχε το ανάλογο αντίκρισμα η επιτυχία τους. Κάθε φορά που στέφεται ένας Έλληνας ολυμπιονίκης, η ταλαιπωρημένη ψωροκώσταινα βλέπει τον λαό της να δοξάζει ένα άξιο παιδί της και σιγά σιγά ξεθαρρεύει, τινάζει τα κουρέλια της και συνεχίζει τον δύσκολο δρόμο της, αγνοώντας, έστω για λίγο, όλες τούτες τις γεμάτες μικρότητα φωνές που για πολλούς λόγους αηδιάζουν με αυτούς τους τεράστιους άθλους. Έχουν περάσει ήδη είκοσι τέσσερα χρόνια από  εκείνο το θρυλικό «για την Ελλάδα, ρε γαμώτο» της Βούλας Πατουλίδου, φράση που έμεινε στην ιστορία και πολύ πιο περίτεχνα και λακωνικά εμπεριέχει όλα όσα έγινε απόπειρα να εννοηθούν πιο πάνω.

Ξένιος Μεσαρίτης

Χορεύοντας με τους Ντάλτον

Advertisements

Σχολιαστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s